Αρχική Πολιτική Γιατί επείγει η αλλαγή του Ποινικού Κώδικα; - Οι ειδικοί απαντούν

Γιατί επείγει η αλλαγή του Ποινικού Κώδικα; – Οι ειδικοί απαντούν

Η αλλαγή του ποινικού κώδικα είναι αναγκαία και επείγει να προχωρήσει άμεσα η κατάθεσή του προς ψήφιση στη Βουλή με τις όποιες αλλαγές απαιτούνται.

Αυτό τονίζουν στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, οι δυο πρώην υπουργοί Δικαιοσύνης, Νίκος Παρασκευόπουλος και Αντώνης Ρουπακιώτης, καθώς και ο πρόεδρος της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας και πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθήνας, Δημήτρης Βερβεσός.

Οι τρεις διακεκριμένοι νομικοί αναφέρονται στις ανάγκες των αλλαγών που ανέδειξε το πέρασμα του χρόνου, ενώ προβαίνουν σε παρατηρήσεις για το Σχέδιο Ποινικού Κώδικα που έχει ήδη δοθεί στη δημοσιότητα και αναμένεται να κατατεθεί στη Βουλή.

Ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης Αντώνης Ρουπακιώτης τονίζει μάλιστα ότι «στερούνται από σοβαρότητα αιτιάσεις, ότι πρόκειται για προεκλογική πρωτοβουλία της κυβέρνησης ή ότι κινήθηκε εσπευσμένα η διαδικασία αυτή, με σκοπό να ψηφιστούν από την κυβερνητική πλειοψηφία οι Κώδικες, με την ειδική διαδικασία που προβλέπεται ως άρθρο μόνο, στους οποίους κώδικες εγκλείονται φανερές οι υπόκρυφες διατάξεις προς αναθεώρηση, έμφορτες δήθεν των ιδεολογικών δοξασιών ή αγκυλώσεων, όπως προβλήθηκε, του ΣΥΡΙΖΑ. Μόνο που τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης απέστειλε τα σχέδια και των δύο Κωδίκων σε Νομικές Σχολές, Δικαστικές Ενώσεις, Δικηγορικούς Συλλόγους και έδωσε δημοσιότητα μεγάλου εύρους, για τη διατύπωση ενδεχομένως άλλων απόψεων.Μετά τις παρατηρήσεις που θα δημοσιοποιηθούν, οι αρμόδιες επιτροπές θα αξιολογήσουν αυτές και στη συνέχεια θα κινηθεί από τον αρμόδιο Υπουργό η κατά το Σύνταγμα και το Κανονισμό της Βουλής διαδικασία για ψήφιση των Κωδίκων από τη Βουλή».

Από την πλευρά του, ο Δημήτρης Βερβεσός, σημειώνει ότι «τα σχέδια των νέων Κωδίκων, Ποινικού Δικαίου και Ποινικής Δικονομίας, είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιας νομοπαραγωγικής διαδικασίας, στην οποία συμμετείχαν επιφανείς εκπρόσωποι της νομικής επιστήμης και της δικαιοσύνης. Η παρέμβαση αυτή ήταν αναγκαία -68 χρόνια μετά την εισαγωγή του Ποινικού Κώδικα- τόσο λόγω των εξελίξεων στην ελληνική, ενωσιακή και διεθνή έννομη τάξη, όσο και λόγω των οβιδιακών μεταμορφώσεων της τυπολογίας και μορφολογίας του εγκλήματος.Οι νέοι Κώδικες καλούνται, εν ταυτώ, να αντιμετωπίσουν πλείονες παθογένειες του ποινικού μας συστήματος: πολυνομία, κακονομία, αναποτελεσματικότητα, καθυστερήσεις σε βαθμό αρνησιδικίας, άκριτη ποινικοποίηση, ενίσχυση της ποινικής καταστολής σε βάρος των δικαιοκρατικών εγγυήσεων, αναποτελεσματική αντεγκληματική πολιτική.Παρότι τα ζητήματα αυτά αντιμετωπίζονται σε σημαντικό βαθμό, ορισμένα σημεία χρήζουν επανεξέτασης».

Τέλος, ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης, Νίκος Παρασκευόπουλος τονίζει ότι «ένα βασικό νομοθέτημα, όπως ο Ποινικός Κώδικας, δεν μπορεί να θεσπίζεται εύκολα, ούτε συχνά. Την αλλαγή μπορούν να δικαιολογήσουν μόνο σημαντικές και θεμελιακές αδυναμίες τις οποίες έδειξε ο χρόνος.Η ελπίδα μου είναι ο Κώδικας αυτός να προχωρήσει, αλλά με εξάλειψη των διατάξεών του εκείνων που αναιρούν πρόσφατες κατακτήσεις ασφάλειας και ανθρωπισμού».

Αναλυτικά, οι δηλώσεις των τριών διακεκριμένων νομικών έχουν ως εξής:

Αντώνης Ρουπακιώτης:

«Στερούνται σοβαρότητας οι αιτιάσεις που συνδέουν την αναθεώρηση των κωδίκων με προεκλογικές σκοπιμότητες»

Η ανάγκη για αναθεώρηση του ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας είναι αναγνωρισμένη από όλους, με την παρατήρηση βέβαια ότι διαφοροποιείται για σειρά σημαντικών ρυθμίσεων των ισχυόντων κωδίκων η δικαιϊκή και ευρύτερα δικαιοπολιτική αφετηρία στη σκέψη νομικών επιστημόνων, θεσμικών φορέων αλλά και των κάθε φορά κυβερνήσεων.

Να προστεθεί ότι από το 1951, οπότε άρχισε και η ισχύς του Ποινικού Κώδικα, έχουν γίνει αμέτρητες τροποποιήσεις άρθρων του Ποινικού Κώδικα, όχι πάντα προστατευτικές της ανάγκης για εκσυγχρονισμό του στις διαμορφούμενες νέες συνθήκες, κοινωνικές, εγκληματικές, πολιτισμικές.

Αντίθετα, μάλιστα, δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις πρόσδεσης στον Ποινικό Κώδικα τροποποιήσεων επικουρικού χαρακτήρα ή πολιτικής σκοπιμότητας.

Πρωτοβουλίες για την τροποποίηση των κωδίκων υπήρξαν από ετών, το δε 2015 ο εξ ορισμού αρμόδιος να γνωρίζει την ανάγκη αναθεώρησης των Ποινικών Κωδίκων Νίκος Παρασκευόπουλος, καθηγητής Ποινικού Δικαίου του Α.Π.Θ., ως Υπουργός Δικαιοσύνης αποφάσισε τη συγκρότηση δύο επιστημονικών επιτροπών, μια υπό τον Χριστόφορο Αργυρόπουλου, διακεκριμένο δικηγόρο Ποινικολόγο για τον Ποινικό Κώδικα, και άλλη υπό τον καθηγητή Ποινικού Δικαίου του Α.Π.Θ. Γ. Δελακούρα για τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και με μέλη αναγνωρισμένου κύρους πανεπιστημιακούς, δικαστές και δικηγόρους.

Τα ολοκληρωμένα σχέδια των επιτροπών αυτών με νέες πολύ σημαντικές ρυθμίσεις – κάποιες έστω αμφιλεγόμενες – μετά από εργασία ετών, παραδόθηκαν πρόσφατα για διαβούλευση από τον Υπουργό Δικαιοσύνης Μιχ. Καλογήρου.

Κατά συνέπεια στερούνται από σοβαρότητα αιτιάσεις, ότι πρόκειται για προεκλογική πρωτοβουλία της κυβέρνησης, ή ότι κινήθηκε εσπευσμένα η διαδικασία αυτή, με σκοπό να ψηφιστούν από την κυβερνητική πλειοψηφία οι Κώδικες, με την ειδική διαδικασία που προβλέπεται ως άρθρο μόνο, στους οποίους κώδικες εγκλείονται φανερές οι υπόκρυφες διατάξεις προς αναθεώρηση, έμφορτες δήθεν των ιδεολογικών δοξασιών ή αγκυλώσεων, όπως προβλήθηκε, του ΣΥΡΙΖΑ.

Μόνο που τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης απέστειλε τα σχέδια και των δύο Κωδίκων σε Νομικές Σχολές, Δικαστικές Ενώσεις, Δικηγορικούς Συλλόγους και έδωσε δημοσιότητα μεγάλου εύρους, για τη διατύπωση ενδεχομένως άλλων απόψεων.

Μετά τις παρατηρήσεις που θα δημοσιοποιηθούν, οι αρμόδιες επιτροπές θα αξιολογήσουν αυτές και στη συνέχεια θα κινηθεί από τον αρμόδιο Υπουργό η κατά το Σύνταγμα και το Κανονισμό της Βουλής διαδικασία για ψήφιση των Κωδίκων από τη Βουλή.

Με βάση αυτά προκύπτει το ερώτημα, μήπως οι αντιδράσεις δεν συνιστούν τίποτε περισσότερο παρά σκόπιμη κωλυσιεργία, ώστε να μην πιστωθεί η κυβέρνηση τη μέγιστη δικαιϊκώς και κατ’ επέκταση κοινωνικώς ωφέλιμης νομοθετική αυτή πρωτοβουλία.

*Ο Αντώνης Ρουπακιώτης διετέλεσε υπουργός Δικαιοσύνης και πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

Δημήτρης Βερβεσός:

«Τα σχέδια Ποινικού Κώδικα και Ποινικής Δικονομίας ως παράγοντας ενίσχυσης του κράτους δικαίου και της αντεγκληματικής πολιτικής»

Τα σχέδια νέων Κωδίκων, Ποινικού Δικαίου και Ποινικής Δικονομίας, είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιας νομοπαραγωγικής διαδικασίας, στην οποία συμμετείχαν επιφανείς εκπρόσωποι της νομικής επιστήμης και της δικαιοσύνης. Η παρέμβαση αυτή ήταν αναγκαία -68 χρόνια μετά την εισαγωγή του Ποινικού Κώδικα- τόσο λόγω των εξελίξεων στην ελληνική, ενωσιακή και διεθνή έννομη τάξη, όσο και λόγω των οβιδιακών μεταμορφώσεων της τυπολογίας και μορφολογίας του εγκλήματος.

Οι νέοι Κώδικες καλούνται, εν ταυτώ, να αντιμετωπίσουν πλείονες παθογένειες του ποινικού μας συστήματος: πολυνομία, κακονομία, αναποτελεσματικότητα, καθυστερήσεις σε βαθμό αρνησιδικίας, άκριτη ποινικοποίηση, ενίσχυση της ποινικής καταστολής σε βάρος των δικαιοκρατικών εγγυήσεων, αναποτελεσματική αντεγκληματική πολιτική.

Παρότι τα ζητήματα αυτά αντιμετωπίζονται σε σημαντικό βαθμό, ορισμένα σημεία χρήζουν επανεξέτασης. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω: την ανάγκη αναθεώρησης της ποινικής αντιμετώπισης ορισμένων αδικημάτων, όπως ενδεικτικά η διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης (στην κατεύθυνση της αυστηροποίησης της ποινικής μεταχείρισης) και η κλοπή (προς το σκοπό όπως διώκεται αυτεπαγγέλτως), την αναπροσαρμογή των ορίων της υφ’ όρων απόλυσης ώστε να επιτυγχάνονται οι στόχοι γενικής και ειδικής πρόληψης, την εξασφάλιση των αναγκαίων υποδομών για την υλοποίηση της κοινωφελούς εργασίας, και την ανάγκη αυστηρής αντιμετώπιση των παραβιάσεων της μυστικότητας της ποινικής προδικασίας. Για όλα τα ζητήματα που εγείρονται έχει συσταθεί στον ΔΣΑ ειδική επιτροπή, που επεξεργάζεται κατ’ άρθρον παρατηρήσεις, οι οποίες θα τεθούν εγκαίρως υπ’ όψιν του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Θέλω, κλείνοντας, να τονίσω ένα σημείο που παροράται συχνά στον δημόσιο διάλογο. Οι νέοι Κώδικες συνιστούν την αφετήρια, επ’ ουδενί όμως την κατάληξη της προσπάθειας αναμόρφωσης της ποινικής νομοθεσίας. Θεωρώ αναγκαίο μετά την ψήφιση των Κωδίκων να συσταθεί άμεσα ειδική νομοπαρασκευαστική επιτροπή, για την επανεξέταση των ειδικών ποινικών νόμων. Οι οριζόντιες λύσεις -όπως η συλλήβδην μετατροπή της κάθειρξης σε φυλάκιση κατά το ΣχΠΚ- μοιραία δεν λαμβάνουν επαρκώς υπ’ όψιν την ιδιαίτερη απαξία των επιμέρους εγκλημάτων όπως οι υποκλοπές, η χειραγώγηση μετοχών, τα παράνομα τυχερά παίγνια, η αφαίρεση μνημείων και η ρύπανση του περιβάλλοντος. Έπειτα, πρέπει να παύσει επιτέλους η πολύ συχνή, αλλά δυστυχώς συγκυριακή, νομοθέτηση των λεγόμενων «αποσυμφορητικών διατάξεων», που εισάγονται για σκοπούς ξένους με την τελεολογία της ποινικής καταστολής.

Η διαδικασία που ακολουθήθηκε, σε κάθε περίπτωση, είναι διδακτική ως προς τούτο: Ο αναστοχασμός πάνω στα βασικά μεγέθη της ποινικής καταστολής, την ποινική αξίωση της πολιτείας, την ποινή ως τιμωρία του δράστη, τους δικαιολογητικούς της λόγους και την δυνατότητα περιορισμού της, πρέπει να είναι διαρκής, και η επακολουθούσα νομοθέτηση πρέπει να διασώζει την αξιολογική συνοχή της νομοθεσίας και να σέβεται τις συνταγματικές, δικαιοκρατικές εγγυήσεις. Αντίθετα, η τόσο συχνή στην πράξη, ευκαιριακή, συγκυριακή και περιπτωσιολογική νομοθέτηση, υπό την πίεση επικοινωνιακών αναγκών, τραυματίζει το ποινικό δόγμα και αποδυναμώνει το κράτος δικαίου.

*Ο Δημήτρης Κ. Βερβεσός είναι πρόεδρος της Ολομέλειας των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος και πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών

Νίκος Παρασκευόπουλος:

«Το σχέδιο Ποινικού Κώδικα πρέπει να προχωρήσει, με αλλαγές σε επιμέρους ρυθμίσεις»

Ένα βασικό νομοθέτημα, όπως ο Ποινικός Κώδικας, δεν μπορεί να θεσπίζεται εύκολα, ούτε συχνά. Την αλλαγή μπορούν να δικαιολογήσουν μόνο σημαντικές και θεμελιακές αδυναμίες τις οποίες έδειξε ο χρόνος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αρχιτεκτονική του «Κώδικα Χωραφά», έχει φανεί ανθεκτική. Ωστόσο, μια κύρια αδυναμία είναι ιδιαίτερα αισθητή στο πεδίο της ασφάλειας και του κράτους δικαίου, και μάλιστα με ευρύτερη κοινωνική απήχηση. Συγκεκριμένα: ο Ποινικός μας Κώδικας προβλέπει γενικά δρακόντειες ποινές ως απειλούμενες. Από την άλλη πλευρά προβλέπει ένα πολύ ελαστικό και ρευστό σύστημα πρόωρων απολύσεων με όρους. Είναι φανερό ότι εδώ χρειάζεται να αποκατασταθούν οι ισορροπίες: οι απειλούμενες ποινές να γίνουν αναλογικές και να μετριαστούν, το σύστημα των απολύσεων να παγιοποιηθεί.

Αυτήν την ανάγκη την εξυπηρετεί το Σχέδιο Ποινικού Κώδικα, που έχει δοθεί στη δημοσιότητα και γι αυτό πρέπει να προωθηθεί. Το ίδιο Σχέδιο όμως περιλαμβάνει και ρυθμίσεις, οι οποίες είναι προβληματικές, έως και αφόρητες. Για παράδειγμα: χαλαρώνει τον αντιρατσιστικό ποινικό έλεγχο σε βαθμό επικίνδυνο, αλλά και ακατανόητο (κατάργηση άρθρου 81Α για την επιβάρυνση ποινής πράξεων με ρατσιστικά χαρακτηριστικά, αποποινικοποίηση άρθρου 361Β, δηλαδή της προσφοράς αγαθών πρώτης ανάγκης με καταφρονητικούς ρατσιστικούς αποκλεισμούς). Δυστυχώς, τα παραπάνω αποτελούν δύο μόνο παραδείγματα επιμέρους ρυθμίσεων, που είναι ιδιαίτερα προβληματικές.

Η ελπίδα μου είναι ο Κώδικας αυτός να προχωρήσει, αλλά με εξάλειψη των διατάξεών του εκείνων που αναιρούν πρόσφατες κατακτήσεις ασφάλειας και ανθρωπισμού.

*Ο Νίκος Παρασκευόπουλος, ομότιμος καθηγητής του Αριστοτέλιου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και πρώην υπουργός Δικαιοσύνης, είναι Βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ στην Α΄ Θεσαλονίκης

ροη ειδησεων