14.5 C
Athens
Πέμπτη, Απρίλιος 25, 2019
Αρχική Απόψεις Άλλο κριτική και άλλο κανιβαλισμός

Άλλο κριτική και άλλο κανιβαλισμός

Διαφωνώ με αυτό που γίνεται με τον ταξιτζή του περιστατικού στη λεωφόρο Βουλιαγμένης. Άλλο κριτική –σφοδρή κριτική– και άλλο διασυρμός και κανιβαλισμός.

Η απώθηση και οργή που προκάλεσε η στάση του εν λόγω κυρίου (και άλλες αντίστοιχες) πρέπει κάποια στιγμή να κοπάσει και τη θέση της να πάρει η σοβαρή περισυλλογή κι αναζήτηση αφενός των αιτίων της στάσης του αφετέρου των συνθηκών του συμβάντος.

Κυρίως, πρέπει να δίνεται βήμα στον κάθε δακτυλοδεικτούμενο, και στον ταξιτζή. Και λέγοντας βήμα δεν λέω την παράσταση που στήνουν τα μικρόφωνα.

(Αλήθεια, πώς βρίσκονταν δημοσιογράφοι σε απόσταση αναπνοής από τα πειστήρια και δεν είχε αποκλειστεί ο τόπος του εγκλήματος; Η γυναίκα πυροβολήθηκε μέσα στο σπίτι, αλλά πέθανε μέσα στο ταξί. Είναι δυνατόν σε τέτοιο περιστατικό να υπάρχει ακόμα και οπτική επαφή με το όχημα ή να γυροφέρνει τριγύρω ο οποιoσδήποτε περαστικός;)

Γιατί, δεν νοείται ως βήμα απολογίας η εξέδρα που στήνουν τεχνηέντως οι δημοσιογράφοι, εκμεταλλευόμενοι την ψυχολογία αυτόπτη μάρτυρα. Είναι τούτη η τελευταία που ορίζει εκείνη τη στιγμή τον ταξιτζή, ο οποίος συγχρονίζεται μόνο με την ένταση της αυτοπρόσωπης παρουσίας του στο συμβάν, αλλά όχι με την ταυτόχρονη υποδοχή του συμβάντος από το σύνολο των θεατών. Το ύψιστο δε βήμα που υπάρχει, αυτό του επίσημου δικαστηρίου και όχι του λαϊκού ψευδοδικαστηρίου, δεν θα μείνει μόνο στις δηλώσεις που έγιναν στην κάμερα. Θα συνεκτιμήσει πολλά περισσότερα.

Και προτού κάποιος σηκώσει το δάχτυλο, θα πρέπει πάντα-πάντα-πάντα να μπαίνει στη θέση του άλλου. Ακριβώς αυτό που απαιτούμε από τον κάθε ταξιτζή. Θα ήταν δε χρησιμότερο τέτοια περιστατικά, αντί να πυροδοτούν την ενστικτώδη κίνηση όπου πιάνουμε το πληκτρολόγιο και πυροβολούμε, να μας κάνουν να αναλογιστούμε μήπως υπήρξε στιγμή στο δικό μας παρελθόν όπου αντιδράσαμε αναλόγως και δεν προσφέραμε βοήθεια σε κάποιον που μας τη ζητούσε. Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω.

Πάμε τώρα στην κρατική αντίδραση. Μια δημοκρατική πολιτεία μπορεί να τιμωρεί. Αλλά, πρωτίστως οφείλει να παραδειγματίζει, να νουθετεί και να δημιουργεί/διασφαλίζει/προωθεί το θεσμικό εκείνο πλαίσιο που εγγυάται ότι ικανοποιείται η παραπάνω συνθήκη. Θα ένιωθα καλύτερα ως πολίτης, αν ο θεσμικός παράγοντας είχε φροντίσει για σεμινάρια και αλλες παρόμοιες δράσεις, ώστε οι οδηγοί ταξί να είναι εκπαιδευμένοι στο πώς πρέπει να αντιδρούν σε τέτοιες καταστάσεις. Ακόμα και τώρα, αυτή θα ήταν μία σοβαρή αντίδραση, που θα αποδείκνυε αν μη τι άλλο ότι ο πολιτικός έχει εποπτεία και συναίθηση των πραγμάτων, κι όχι αντανακλαστικά ικανοποίησης κάποιου κοινού περί δικαίου αισθήματος, τώρα που είναι κι εκλογές.

Και για να πούμε μερικά πράγματα με το όνομά τους. Δεν είναι δυνατόν η ευαισθησία μας, ο ανθρωπισμός μας, η αντοχή της κρίσης μας να φιλτράρεται σε ιδεολογικές παραμέτρους. Δεν μπορεί για τον Ξηρό να ζητάμε επιείκια επικαλούμενοι την αναπηρία του, αλλά για τον ανώνυμο ταξιτζή, που δεν σκότωσε κανέναν (στο τέλος θα πιστέψουμε ότι αυτος δολοφόνησε τη γυναίκα, που ακόμα και ως προς αυτό ένα σοβαρο δικαστήριο θα εξετάσει το ενδεχόμενο του κατά πόσο θα μπορούσε να είχε αυτή σωθεί αν εκείνος αντιδρούσε διαφορετικά) να ζητάμε να εξοβελιστεί στο πυρ το εξώτερο, επειδή είναι ένας λούμπεν μικροαστός ακροδεξιών πεποιθήσεων, τις οποίες μάλιστα αλιεύσαμε από το Facebook!

Αλίμονο αν βγάζουμε συμπεράσματα για έναν άνθρωπο από τη σελίδα του στο Facebook. Ιδίως όταν σε μια άλλη φάση της ιερής πολιτικής μας αγανάκτησης, κατηγορούμε εργοδότες ότι χρησιμοποιούν το μέσο αυτό για να ασκούν κοινωνικό και ιδεολογικοπολιτικό έλεγχο στους υφιστάμενούς τους. Καταλαβαίνουμε τι πόρτα ανοίγουμε έτσι;

Προφανώς, ο καθένας οφείλει να αντιδράσει, εκφράζοντας την αποστροφή του, και το κράτος οφείλει να τηρήσει τα προβλεπόμενα από τον νόμο. Αλλά, αυτό πολύ διαφέρει από το να πέσουν όλοι πάνω σε έναν άνθρωπο, ιδίως από τη στιγμή που το μεγαλύτερο μέρος της κριτικής τους αναγνωρίζει στις πράξεις του την αντανάκλαση μιας συλλογικού τύπου ευθύνης. Ή θα λέμε ότι ο εκφασισμός της κοινωνίας είναι απότοκο μιας συκεκριμένης πολιτικοοικονομικής οργάνωσης της κοινωνίας ή θα λέμε ότι είναι υπόθεση ατομικής ευθύνης. Κι αν διακρίνουμε και στα δύο γεννεσιουργίες αιτίες, τουλάχιστον ας τις επιμερίζουμε στο ιδιαίτερο ειδικό βάρος που έχει το καθένα. Αλλιώς, η κρίση μας είναι στον αέρα. Εκτός, βέβαια, κι αν θεωρούμε ότι, τσακίζοντας τον εν δυνάμει φασίστα ή τον φαινομενικό κατά Facebook φασίστα, ξεμπερδέψαμε με τον φασισμό.

Και κάπου εδώ σας καλώ να σκεφτούμε χωρίς ρητορικά σχήματα, χωρίς θεωρητικές αναφορές, χωρίς πρόζα. Εξοργίστηκα με τη στάση του. Έγραψα γι’ αυτό. Και μετά ακούω ότι ζητήθηκε η ανάκληση της άδειάς του. Αμέσως σκέφτομαι τι μπορεί να σημαίνει για έναν πενηντάρη ταξιτζή να μην μπορεί να δουλέψει. Σκέφτεται κανείς πώς θα ζήσει αυτός ο άνθρωπος; Θα καταλάβει, άραγε, ο ταξιτζής το λάθος του, αν μείνει άνεργος; Θα διασωθεί έτσι η απαραίτητη προσωπική του αξιοπρέπεια, που στις διακηρύξεις μας υποτίθεται ότι είναι σύμφυτη με τον ανθρωπισμό; Αν αυτός έχει παιδιά, τι μήνυμα τους στέλνουμε; Τα φέρνουμε με το μέρος μας; Ή τα απομακρύνουμε περισσότερο;

Και στην τελική, ποιο είναι το νόημα του δημόσιου λόγου και διαλόγου, αν όχι να καταδείξουμε την παράνοια της ακροδεξιάς λογικής, να συνδράμουμε στην αποτοξίνωση των ανθρώπων από το δηλητήριο του εκφασισμού και να τους δείξουμε με πειθώ –και βεβαίως με αυστηρότητα όπου απαιτείται– ότι η αλληλεγγύη και ο ανθρωπισμός είναι μονόδρομος;

*Ο Αδάμ Γιαννίκος είναι δημοσιογράφος

ροή ειδήσεων