Αρχική Απόψεις Τι μας λένε και τι δεν μας λένε οι δημοσκοπήσεις

Τι μας λένε και τι δεν μας λένε οι δημοσκοπήσεις

  • του Ιμμάνουελ Κ.

Σύμφωνα με τις δύο πιο πρόσφατες δημοσκοπήσεις, της Kapa Research και της Alco, η διαφορά μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και ΣΥΡΙΖΑ κυμαίνεται μεταξύ 4,7 και 6,2%. Με αναγωγή, χωρίς αναγωγή, όπως και να το δει κανείς, πού είναι οι διψήφιες διαφορές και τα 9άρια;

Κατά τα λοιπά και στις δύο δημοσκοπήσεις η συσπείρωση της ΝΔ δείχνει «ταβανιασμένη» με πάνω από 80% ενώ του ΣΥΡΙΖΑ παραμένει στο 50 με 54%.

Το πιο ενδιαφέρον εύρημα όμως είναι ότι για πρώτη φορά εδώ και σχεδόν μια δεκαετία οι πολίτες φαίνεται να βλέπουν «φως στο βάθος του τούνελ» καθώς πλειοψηφικά δηλώνουν ότι η επόμενη, η πρώτη μεταμνημονιακή χρονιά θα είναι καλύτερη, σύμφωνα με την Alco. Στο ερώτημα ποιος πιστεύετε ότι πολεμάει περισσότερο τη διαπλοκή ο Αλέξης Τσίπρας συγκεντρώνει ποσοστό 26% ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης 14.%

Εξίσου ενδιαφέρον είναι και το εύρημα της  Kapa Research σύμφωνα με το οποίο οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ αξιολογούν πολύ χαμηλά την «έξοδο από τα μνημόνια» και δηλώνουν πως θα στηρίξουν το κυβερνών κόμμα για να μην έρθει στην κυβέρνηση η Νέα Δημοκρατία. Αντίστοιχα, στους ψηφοφόρους της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι κυρίαρχο το «να φύγουν αυτοί».

Βεβαίως, ο κάθε άνθρωπος με στοιχειώδη λογική θα βρει αυτά τα δύο αφηγήματα αντιφατικά μεταξύ τους, αλλά δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο. Αν υπάρχει κάτι κοινό ανάμεσα στα δύο αυτά αφηγήματα είναι το ότι ουσιαστικά αφήνουν ένα «παράθυρο» εξηγήσεων (ή δικαιολογιών) για την ανατροπή τους στο επόμενο χρονικό διάστημα και κυρίως, την ώρα της κάλπης. Τα παθήματα των τελευταίων εκλογικών αναμετρήσεων, από το 2012 μέχρι το 2015, φαίνεται ότι έγιναν μάθημα.  Οι δημοσκόποι δεν πρόκειται να περιμένουν την εκλογική βραδιά, στα τηλεοπτικά στούντιο, για να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα.  Των φρονίμων τα παιδιά πριν πέσουν έξω …μαγειρεύουν: «ναι, αλλά εμείς το βλέπαμε ότι η χαμηλή συσπείρωση του ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να τα δώσει τελικά το προβάδισμα», «ναι, αλλά εμείς το λέγαμε ότι η ΝΔ λόγω υψηλής συσπείρωσης δεν μπορούσε να πάρει πάνω από 27%», «ναι, αλλά φαινόταν ότι τελικά θα μετρούσε η ανακούφιση της τσέπης του ψηφοφόρου», «ναι, αλλά εμείς το βλέπαμε ότι οι πολίτες δεν ήθελαν την επιστροφή των κομμάτων που έφεραν τα μνημόνια». Αυτά θα είναι μερικά από τα επιχειρήματα στη φαρέτρα τους…

Αυτά μας λένε σήμερα οι δημοσκόποι κι αυτά προετοιμάζονται να μας πουν αύριο…

Τι δεν μας λένε και χθες και σήμερα και αύριο και μεθαύριο;

Ότι τα εργαλεία τους έχουν «σκουριάσει» και ότι η μέθοδός τους, αυτή που ακολουθούν εδώ και δεκαετίες, δεν ανταποκρίνεται πλέον στις κοινωνικές εξελίξεις. Όμως ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: όλες οι δημοσκοπήσεις των παραδοσιακών εταιρειών γίνονται με τηλεφωνικές συνεντεύξεις (σε σταθερά τηλέφωνα) και με πανελλαδικό δείγμα 1.000 πολίτες από 17 ετών και άνω. Από εδώ ξεκινούν ήδη τα σφάλματα καθώς, στην εποχή των κινητών τηλεφώνων (υπάρχουν νοικοκυριά που δεν έχουν καν σταθερά) το δείγμα δεν είναι ασφαλές. Δεν είναι μάλιστα καν αντιπροσωπευτικό ως προς τις περιοχές όπου κατοικούν οι ερωτώμενοι καθώς όλοι ξέρουμε ότι η δυνατότητα μεταφοράς ενός αριθμού σημαίνει ότι κάποιος που πριν 15 χρόνια έμενε στο Χαλάνδρι, σήμερα έχει τον ίδιο αριθμό τηλεφώνου στους Αμπελόκηπους και κάποιος που κάποτε έμενε στην Κυψέλη, σήμερα έχει το ίδιο αριθμό στη Γλυφάδα. Αρα… άλλα αντ’ άλλων!

«Δείγμα 1.000 πολιτών 17+»! Τι σημαίνει;

Σημαίνει ότι για να βγει αυτό δείγμα έχουν πάρει, κατά μέσο όρο 5 με 10 χιλιάδες τηλέφωνα. Από αυτά έχουν αφαιρέσει ένα τεράστιο, όπως ομολογούν οι ίδιοι, ποσοστό που τους το έκλεισε στα μούτρα, ένα σημαντικό ποσοστό που διέκοψε τη συνέντευξη στη μέση και ένα εξίσου σημαντικό ποσοστό όπου οι ερωτώμενοι έδιναν συνειδητά παραπλανητικές ή αλλοπρόσαλλες απαντήσεις.

Όπως ομολογούν κατ’ ιδίαν «παλιές καραβάνες» των δημοσκοπήσεων  η άρνηση των πολιτών να απαντήσουν αγγίζει το 70% με 90% ενώ τα παλιά, καλά χρόνια απαντούσε το 50% του εκλογικού σώματος.

Να πούμε εδώ, ότι το να πάρεις, κατά μέσο όρο 7 χιλιάδες τηλέφωνα, να τα καταγράψεις (είτε σου απαντήσουν είτε όχι), να αναλύσεις της ερωτηματολόγια, να βγάλεις αποτελέσματα, είναι ένα πολύ ακριβό σπόρ το κόστος του οποίου δεν καλύπτεται από τα κανάλια και τις εφημερίδες που παραγγέλνουν δημοσκοπήσεις. Πράγμα που σημαίνει ότι για να κατέβει η τιμή θα πρέπει να γίνει και κάποιο σκόντο στο δείγμα.

Στο καθαρό δείγμα των 1.000 πολιτών, οι περισσότεροι δημοσκόποι συμφωνούν ότι ένα ποσοστό μεταξύ 25 και 35% περιλαμβάνει αδιευκρίνιστη ψήφο (αναποφάσιστους, λευκά, αποχή, «δεν ξέρω/δεν απαντώ», κτλ). Άρα εκείνοι που καθορίζουν τα αποτελέσματα αυτής της «φωτογραφίας της στιγμής» δεν είναι παραπάνω 650 πολίτες. Από όλη την Ελλάδα. Από 17 ετών και άνω… (Αλήθεια, γιατί δεν μας λένε ΠΟΤΕ ποσοστά από επιμέρους περιοχές της χώρας και δίνουν μόνο τα συνολικά;).

Υπάρχουν όμως και άλλα ερωτήματα που δεν τα απαντούν οι εταιρείες δημοσκοπήσεων.

Εάν περίπου 30 % είναι ο μέσος όρος αποχής (με βάση στοιχεία των τελευταίων εκλογικών αναμετρήσεων), πως γίνεται να θεωρούμε έγκυρες όποιες δημοσκοπήσεις βγάζουνε αποχή της τάξης του 10% με 15% ;

Όσοι κάνουν αναγωγή των αναποφάσιστων σε «έγκυρες» ψήφους γιατί δεν κάνουν και το αντίθετο, να εκτιμούν πόσοι από αυτούς που «ψηφίζουν» στη δημοσκόπηση  θα μετακινηθούν τελικά στους απέχοντες;

Πέρα από αυτά τα αναπάντητα ερωτήματα, ας βάλουμε και το ποσοστό στατιστικού σφάλματος που είναι +/-3,1% και ας ξαναδιαβάσουμε τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων. Πρόσφατων και παλαιότερων…

 

ροη ειδησεων